Μετάφραση του "dignitat" σε Ελληνικά

Οι αξιοπρέπεια, αξίωμα, αυτοεκτίμηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dignitat" σε Ελληνικά.

dignitat noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Καταλανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αξιοπρέπεια

    noun feminine

    Anirem a les meves estances i enraonarem amb certa dignitat.

    Θα πάμε στα διαμερίσματά μου να μιλήσουμε με αξιοπρέπεια.

  • αξίωμα

    noun
  • αυτοεκτίμηση

    noun
  • αυτοσεβασμός

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dignitat " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dignitat" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη