Μετάφραση του "diligent" σε Ελληνικά

Το επιμελής είναι η μετάφραση του "diligent" σε Ελληνικά.

diligent
+ Προσθήκη

Καταλανικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιμελής

    adjective masculine

    16 La investigació diligent de les Escriptures va tenir bons resultats.

    16 Η επιμελής μελέτη των Σπουδαστών της Γραφής απέφερε πλούσιους καρπούς.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " diligent " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "diligent" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη