Μετάφραση του "dit" σε Ελληνικά

Οι δάχτυλο, δάκτυλο, δάκτυλος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dit" σε Ελληνικά.

dit noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Καταλανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δάχτυλο

    noun masculine

    δάχτυλο (χεριού)

    Implica la pèrdua potencial de dits?

    Υπάρχει πιθανότητα να χάσουμε κάποιο δάχτυλο;

  • δάκτυλο

    noun neuter

    És un dispositiu molt simple; li podríem dir dit sofisticat.

    Είναι μια πολύ απλή συσκευή -- μπορείτε να τη λέτε εξελιγμένο δάκτυλο.

  • δάκτυλος

    noun masculine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δάκτυλο του ποδιού
    • ακροδάχτυλο οπλής
    • αποκαλούμενος
    • λεγόμενος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "dit"

Φράσεις παρόμοιες με "dit" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ντικ-ντικ
  • ακροδάχτυλο
  • λέγομαι
  • αποχαιρετώ
  • αριστερός παράμεσος · δακτυλιώτης · δαχτυλιδάς · παράμεσος
  • εκφράζω
  • Λευκοσκαλίδρα
  • dir
    απευθύνομαι · αρθρώνω · βάζω · γνωστοποιώ · γνώμη · καθορίζω · λέγω · λέω · μιλώ · ονομάζω · ονοματίζω · ορίζω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη