Μετάφραση του "document" σε Ελληνικά
Οι έγγραφο, συμβόλαιο, τεκμήριο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "document" σε Ελληνικά.
document
noun
masculine
γραμματική
-
έγγραφο
noun neuterNecessitem documents que oficialment la lliguin a aquella terra.
Θέλουμε έγγραφα να τη συνδέουν με τη γη.
-
συμβόλαιο
noun neuter -
τεκμήριο
noun neuter
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " document " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "document" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Μοντέλο αντικειμένων εγγράφων
-
Ακεραιότητα εγγράφου
-
προβολή εγγράφων WebReady
-
Επιμέλεια εγγράφων
-
Παράθυρο πληροφοριών εγγράφου
-
Αξιόπιστα έγγραφα
-
επίσημο έγγραφο · πράξη
-
Βελτιωμένη διαθεσιμότητα εγγράφων
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη