Μετάφραση του "dot" σε Ελληνικά

Οι προίκα, ταλέντο, χάρισμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dot" σε Ελληνικά.

dot noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Καταλανικά-Ελληνικά λεξικό

  • προίκα

    noun feminine

    Αρχαίος Θεσμός

    El vaixell és la seva dot.

    Το πλοίο είναι η προίκα της.

  • ταλέντο

    noun neuter
  • χάρισμα

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dot " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dot" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη