Μετάφραση του "dret" σε Ελληνικά
Οι δεξιός, δίκαιο, ακέραιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dret" σε Ελληνικά.
dret
adjective
noun
masculine
γραμματική
-
δεξιός
adjectiveA la part dreta, la meva retina és perfectament simètrica.
Στη δεξιά πλευρά, ο αμφιβληστροειδής μου είναι απόλυτα συμμετρικός.
-
δίκαιο
noun neuterordre jurídic que s'expressa normativament per regir una societat
El dret comú permet als jutges anglosaxons crear lleis
Κοινοδίκαιο είναι το είδος του δικαίου
-
ακέραιος
adjective -
δικαίωμα
noun neuterEls drets no es pidolen, sinò que es conquereixen.
Τα δικαιώματα δεν χαρίζονται, κατακτιούνται.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " dret " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "dret" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Οικογενειακό Δίκαιο
-
νομική επιστήμη
-
ανθρώπινο δικαίωμα
-
δίκαιο
-
δικαίωμα στην επανάσταση
-
Δίκαιο του περιβάλλοντος
-
Φυσικό Δίκαιο
-
αποκλειστικό δικαίωμα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη