Μετάφραση του "elm" σε Ελληνικά

Οι κράνος, κράνος (εραλδική) είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "elm" σε Ελληνικά.

elm noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Καταλανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κράνος

    noun neuter
  • κράνος (εραλδική)

    ornament heràldic que pot formar part del timbre d'un escut

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " elm " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "elm" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη