Μετάφραση του "eminent" σε Ελληνικά
Οι διακεκριμένος, διαπρεπής, εξέχων είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "eminent" σε Ελληνικά.
eminent
-
διακεκριμένος
adjective masculine -
διαπρεπής
adjective m;f -
εξέχων
adjective masculine
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- επιφανής
- μεγάλος
- σπουδαίος
- υψηλόβαθμος
- ψηλός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " eminent " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη