Μετάφραση του "escalar" σε Ελληνικά
Οι ανεβαίνω, Μονόμετρο μέγεθος, ανέρχομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "escalar" σε Ελληνικά.
escalar
adjective
verb
masculine
γραμματική
-
ανεβαίνω
verb -
Μονόμετρο μέγεθος
-
ανέρχομαι
verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- μονόμετρο μέγεθος
- ορειβατώ
- σκαρφαλώνω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " escalar " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "escalar"
Φράσεις παρόμοιες με "escalar" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σκάλα
-
Αναρρίχηση
-
Κυλιόμενη σκάλα · κυλιόμενη σκάλα
-
Αναρρίχηση σε βράχο
-
μείζονα κλίμακα
-
ανεμόσκαλα
-
Ανεμόσκαλα · ανεμόσκαλα
-
Κλίμακα θερμοκρασίας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη