Μετάφραση του "foc" σε Ελληνικά

Οι φωτιά, πυρ, πυρά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "foc" σε Ελληνικά.

foc noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Καταλανικά-Ελληνικά λεξικό

  • φωτιά

    noun feminine

    Κατάσταση καύσης κατά την οποία καίγεται εύφλεκτο υλικό, παράγοντας θερμότητα, φλόγες και συχνά καπνό.

    Quan les abelles veuen el fum, es pensen que és foc i es calmen.

    Όταν οι μέλισσες βλέπουν καπνό, νομίζουν ότι είναι φωτιά και ηρεμούν.

  • πυρ

    interjection neuter

    Accidentalment, fa caure a dos civils en el foc creuat.

    Κατά λάθος, ρίχνει κάτω δύο πολίτες από διασταυρούμενα πυρά.

  • πυρά

    noun

    Κατάσταση καύσης κατά την οποία καίγεται εύφλεκτο υλικό, παράγοντας θερμότητα, φλόγες και συχνά καπνό.

    Accidentalment, fa caure a dos civils en el foc creuat.

    Κατά λάθος, ρίχνει κάτω δύο πολίτες από διασταυρούμενα πυρά.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βολή
    • πυροβολισμός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " foc " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "foc"

Φράσεις παρόμοιες με "foc" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "foc" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη