Μετάφραση του "fonamental" σε Ελληνικά

Οι αποφασιστικός, βασικός, θεμέλιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fonamental" σε Ελληνικά.

fonamental adjective masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Καταλανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποφασιστικός

    adjective
  • βασικός

    adjective
  • θεμέλιο

    noun neuter
  • θεμελιώδης

    adjective

    Aquesta és una pregunta fonamental que la majoria ens estem preguntant.

    Αυτή είναι η θεμελιώδης ερώτηση που οι περισσότεροι από εμάς ρωτάμε.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fonamental " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "fonamental" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fonamental" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη