Μετάφραση του "fonamental" σε Ελληνικά
Οι αποφασιστικός, βασικός, θεμέλιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fonamental" σε Ελληνικά.
fonamental
adjective
masculine
γραμματική
-
αποφασιστικός
adjective -
βασικός
adjective -
θεμέλιο
noun neuter -
θεμελιώδης
adjectiveAquesta és una pregunta fonamental que la majoria ens estem preguntant.
Αυτή είναι η θεμελιώδης ερώτηση που οι περισσότεροι από εμάς ρωτάμε.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " fonamental " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "fonamental" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Θεμελιώδης Ανάλυση
-
θεμελιώδης αλληλεπίδραση
-
Θεμελιώδης συχνότητα
-
Θεμελιώδες θεώρημα άλγεβρας
-
σύνταγμα
-
Θεμελιώδες θεώρημα αριθμητικής
-
Θεμελιώδες θεώρημα του λογισμού
-
θεμελιώδης αλληλεπίδραση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη