Μετάφραση του "fons" σε Ελληνικά
Οι πάτος, πυθμένας, φόντο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fons" σε Ελληνικά.
fons
noun
verb
masculine
γραμματική
-
πάτος
noun masculineAh, el fons d'aquesta capsa té electricitat aquí, però aquesta no té electricitat.
Α, ο πάτος αυτού του κουτιού έχει ηλεκτρισμό εδώ μέσα, ενώ αυτό δεν έχει ηλεκτρισμό.
-
πυθμένας
noun masculine -
φόντο
posició relativament distant de l'espectador
Ara deveu ignorar els objectes que tenen la fusta gris obscura al fons.
Αντιθέτως θα πρέπει ν' αγνοήσετε τα αντικείμενα με το γκρίζο φόντο.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- βάθος
- βαθούλωμα
- βυθός
- γούβα
- κεφάλαιο
- οικονομικοί πόροι
- στο παρασκήνιο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " fons " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "fons" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ρινική κοιλότητα
-
βυθός θάλασσας · βυθός ωκεανού · πυθμένας θάλασσας · πυθμένας ωκεανού
-
Ακτινοβολία υποβάθρου
-
Διπύθμενα
-
Υπεραξία
-
βυθός θάλασσας · βυθός ωκεανού · πυθμένας θάλασσας · πυθμένας ωκεανού
-
Kατάργηση φόντου
-
Φον · Φώνος · φώνος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη