Μετάφραση του "impost" σε Ελληνικά
Οι φόρος, Φορολογία, φορολογία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "impost" σε Ελληνικά.
-
φόρος
noun masculineZaqueu s’ha fet ric amb tots els diners que ha estafat cobrant els impostos.
Ο Ζακχαίος έχει πλουτίσει αρπάζοντας με ανεντιμότητα χρήματα κατά την είσπραξη των φόρων.
-
Φορολογία
Suècia té grans diferències pel que fa als ingressos, i redueix aquesta diferència a través dels impostos, l'asistència social general, prestacions generoses, etcètera.
Η Σουηδία έχει τεράστιες διαφορές στις αποδοχές και κλείνει την ψαλίδα μέσω της φορολογίας, μέσω εκτεταμένου κράτους πρόνοιας, γενναιόδωρες παροχές κλπ.
-
φορολογία
noun feminineSuècia té grans diferències pel que fa als ingressos, i redueix aquesta diferència a través dels impostos, l'asistència social general, prestacions generoses, etcètera.
Η Σουηδία έχει τεράστιες διαφορές στις αποδοχές και κλείνει την ψαλίδα μέσω της φορολογίας, μέσω εκτεταμένου κράτους πρόνοιας, γενναιόδωρες παροχές κλπ.
-
φορολόγηση
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " impost " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "impost" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Φόρος Προστιθέμενης Αξίας
-
φορολογώ
-
Φόρος εισοδήματος · φόρος εισοδήματος