Μετάφραση του "impuls" σε Ελληνικά
Οι ορμέμφυτο, ορμή, παρόρμηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "impuls" σε Ελληνικά.
impuls
noun
masculine
γραμματική
-
ορμέμφυτο
noun neuter -
ορμή
noun femininesón fets que generen un impuls poderós.
δεδομένα που δημιουργούν απίστευτη ορμή.
-
παρόρμηση
noun feminineel seu primer impuls va ser el d'acabar la feina ell mateix,
η πρώτη του παρόρμηση ήταν να τελειώσει αυτό που δεν έκανε το τζίνι,
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ώθηση
- Ώθηση
- σπρώξιμο
- ώση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " impuls " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "impuls" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εξωθώ
-
νευρική ώση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη