Μετάφραση του "incansable" σε Ελληνικά

Το ακούραστος είναι η μετάφραση του "incansable" σε Ελληνικά.

incansable adjective masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Καταλανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακούραστος

    adjective

    El germà Knorr era un treballador incansable que volia que l’obra del Regne es difongués el màxim possible.

    Ο αδελφός Νορ ήταν ένας ακούραστος εργάτης που ήθελε να βλέπει το έργο της Βασιλείας να προοδεύει όσο το δυνατόν περισσότερο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " incansable " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "incansable" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη