Μετάφραση του "incansable" σε Ελληνικά
Το ακούραστος είναι η μετάφραση του "incansable" σε Ελληνικά.
incansable
adjective
masculine
γραμματική
-
ακούραστος
adjectiveEl germà Knorr era un treballador incansable que volia que l’obra del Regne es difongués el màxim possible.
Ο αδελφός Νορ ήταν ένας ακούραστος εργάτης που ήθελε να βλέπει το έργο της Βασιλείας να προοδεύει όσο το δυνατόν περισσότερο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " incansable " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη