Μετάφραση του "incompatible" σε Ελληνικά

Το ασυμβίβαστος είναι η μετάφραση του "incompatible" σε Ελληνικά.

incompatible adjective masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Καταλανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ασυμβίβαστος

    adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " incompatible " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "incompatible" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη