Μετάφραση του "inconstant" σε Ελληνικά

Οι άστατος, ασταθής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "inconstant" σε Ελληνικά.

inconstant adjective masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Καταλανικά-Ελληνικά λεξικό

  • άστατος

    adjective masculine
  • ασταθής

    adjective

    Fins i tot n’hi ha que afirmen que la Bíblia el descriu com algú inestable, inconstant i indecís.

    Σύμφωνα με ορισμένους, ο χαρακτήρας του, όπως αποκαλύπτεται στο Γραφικό υπόμνημα, παρουσιάζεται ασταθής, ασυνεπής και αναποφάσιστος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " inconstant " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "inconstant" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη