Μετάφραση του "lema" σε Ελληνικά
Οι λήμμα, ρητό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lema" σε Ελληνικά.
lema
noun
masculine
γραμματική
-
λήμμα
noun neuter -
ρητό
neutermot o una frase sintètica que acompanya una divisa, expressa una motivació
És una dita popular, però no el seu lema oficial.
Ένα κοινό ρητό, αλλά όχι το επίσημο σύνθημά τους.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " lema " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη