Μετάφραση του "mal" σε Ελληνικά

Οι πόνος, κακός, άσχημος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mal" σε Ελληνικά.

mal adjective noun adverb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Καταλανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πόνος

    noun masculine

    T'ho puc immobilitzar, però encara et farà un mal insuportable.

    Μπορώ να σας δώσω ένα στήριγμα,, αλλά θα εξακολουθεί να είναι σε φρικτές ποσότητες του πόνου.

  • κακός

    adjective masculine

    No hi ha mal que per bé no vingui.

    Ουδέν κακόν αμιγές καλού.

  • άσχημος

    adjective

    Mentir al teu marit a la nit de noces, seria un mal començament per a un matrimoni.

    Το να πεις ψέματα στον σύζυγό σου, την πρώτη νύχτα του γάμου, θα ήταν άσχημος τρόπος, να αρχίσει ο γάμος μας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αδιαθεσία
    • ασθένεια
    • βλάβη
    • διαβολικός
    • ζημιά
    • κακό
    • σατανικός
    • τραύμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mal " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "mal" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • άσχημες καιρικές συνθήκες · άσχημος καιρός · κακοκαιρία
  • παλιάνθρωπος
  • άξονας του κακού
  • ατασθαλία · ηθική παρεκτροπή
  • πονοκέφαλος
  • αγριόχορτο · ζιζάνιο
  • καριόλης · μαλάκας · παλιογαμιόλης · παλιοπαπάρας
  • Βασκανία · βασκανία · μάτιασμα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mal" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη