Μετάφραση του "matern" σε Ελληνικά

Το μητρικός είναι η μετάφραση του "matern" σε Ελληνικά.

matern adjective masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Καταλανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μητρικός

    adjective masculine

    Aleshores la major part dels islandesos ja parlava amb fluïdesa l'anglès a més de la seva llengua materna.

    Μέχρι τότε, οι περισσότεροι Ισλανδοί μιλούσαν άπταιστα αγγλικά, παράλληλα με τη μητρική τους γλώσσα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " matern " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "matern" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "matern" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη