Μετάφραση του "metil" σε Ελληνικά

Οι μεθύλιο, Μεθυλομάδα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "metil" σε Ελληνικά.

metil noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Καταλανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μεθύλιο

    noun neuter
  • Μεθυλομάδα

    Μια μεθυλομάδα είναι ένα αλκύλιο που παράγεται από μεθάνιο, περιέχει ένα άτομο άνθρακα ενωμένο με τρία άτομα υδρογόνου — CH3.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " metil " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "metil" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "metil" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη