Μετάφραση του "moneda" σε Ελληνικά
Οι νόμισμα, κέρμα, Νόμισμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "moneda" σε Ελληνικά.
moneda
noun
feminine
γραμματική
-
νόμισμα
noun neuterAl final, tenia tanta plata que les monedes se li escorrien entre els dits i rodaven pel terra.
Στο τέλος μάζεψε τόσα ασημένια νομίσματα που της γλιστρούσαν από τα χέρια, και κατρακυλούσαν στο πάτωμα.
-
κέρμα
noun neutersi llancés una moneda 100 vegades,
εάν έριχνα ένα κέρμα εκατό φορές
-
Νόμισμα
κομμάτι σκληρού συνήθως υλικού με τυποποιημένες διαστάσεις που χρησιμοποιείται ως χρήμα
Al final, tenia tanta plata que les monedes se li escorrien entre els dits i rodaven pel terra.
Στο τέλος μάζεψε τόσα ασημένια νομίσματα που της γλιστρούσαν από τα χέρια, και κατρακυλούσαν στο πάτωμα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- νομισματική μονάδα
- χρήμα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " moneda " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "moneda" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Νόμιμο χρήμα
-
Κρυπτονόμισμα
-
Κέρματα ευρώ
-
διμεταλλικό κέρμα
-
χρυσό νόμισμα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη