Μετάφραση του "monjo" σε Ελληνικά
Οι μοναχός, καλόγερος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "monjo" σε Ελληνικά.
monjo
noun
masculine
γραμματική
-
μοναχός
noun masculineθρησκευτική ενασχόληση
Quan ens fem monjos, ens tallen els cabells.
Όταν γινόμαστε μοναχοί, μας κόβουν τα μαλλιά μας.
-
καλόγερος
noun masculineμοναχός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " monjo " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη