Μετάφραση του "mort" σε Ελληνικά

Οι θάνατος, νεκρός, θανατάς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mort" σε Ελληνικά.

mort adjective noun verb masculine feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Καταλανικά-Ελληνικά λεξικό

  • θάνατος

    noun masculine

    μόνιμος τερματισμός της ζωής

    Això també passa avui dia en el cas dels qui ploren la mort d’algú molt proper.

    Το ίδιο ισχύει και σήμερα για πολλούς που θρηνούν εξαιτίας του θανάτου ενός αγαπημένου τους προσώπου.

  • νεκρός

    adjective

    Bé, llavors és culpa teva que en Michael morís.

    Τότε είναι δικό σου λάθος, που ο Μάικλ είναι νεκρός.

  • θανατάς

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πεθαμένος
    • πεθαμός
    • άζωος
    • άψυχος
    • αποθάνων
    • αποθαμός
    • εκλιπών
    • θήραμα
    • θύμα
    • χάρος
    • εκλιπούσα
    • λείψανο
    • μακαρίτης
    • πτώμα
    • φόνος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mort " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "mort" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mort" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη