Μετάφραση του "motiu" σε Ελληνικά

Οι αιτία, λόγος, μοτίβο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "motiu" σε Ελληνικά.

motiu adjective noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Καταλανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αιτία

    noun feminine

    En realitat, simplement decidim desfer-nos del ressentiment, encara que tinguem un «motiu de queixa» justificat.

    Απεναντίας, σημαίνει ότι αποφασίζουμε απλώς να αποβάλουμε την πικρία, παρότι μπορεί να έχουμε βάσιμη «αιτία για παράπονο».

  • λόγος

    noun masculine

    Però, basat en la teva història, tu vas ser el motiu.

    Αν και, σύμφωνα με την ιστορία σου, σίγουρα εσύ ήσουν ο λόγος.

  • μοτίβο

    noun neuter
  • κίνητρο

    noun neuter

    En algun lloc entre las víctimes hi ha un motiu directe.

    Κάπου μεταξύ των τριών θυμάτων υπάρχει το άμεσο κίνητρο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " motiu " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "motiu" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη