Μετάφραση του "omnipotent" σε Ελληνικά

Το παντοδύναμος είναι η μετάφραση του "omnipotent" σε Ελληνικά.

omnipotent adjective masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Καταλανικά-Ελληνικά λεξικό

  • παντοδύναμος

    adjective masculine

    Les lleis de la física: invisibles, eternes, omnipresents, omnipotents.

    Οι νόμοι της φυσικής: αόρατοι, αιώνιοι, πανταχού παρόντες, παντοδύναμοι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " omnipotent " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "omnipotent" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη