Μετάφραση του "os" σε Ελληνικά
Οι κόκαλο, οστό, κόκκαλο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "os" σε Ελληνικά.
os
noun
masculine
γραμματική
-
κόκαλο
noun masculineμέρος σκελετού
Inclús un gos cec pot trobar Un os si cava suficients clots.
Ακόμη κι ένα τυφλό σκυλί μπορεί να βρει κόκαλο, αν σκάψει αρκετές τρύπες.
-
οστό
noun neuterNo vull els ossos d'un altre nen davant dels meus peus.
Δεν θέλω να μου ξαναπετάξουν άλλο οστό παιδιού στα πόδια μου.
-
κόκκαλο
Intent de suïcidi, amb una arma feta de sang compactada i os.
Απόπειρα αυτοκτονίας, με μια λεπίδα από τετηγμένο αίμα και κόκκαλο.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- οστούν
- Οστό
- άρκτος
- αρκούδα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " os " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "os"
Φράσεις παρόμοιες με "os" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πεθερικά
-
αντικείμενο συλλογής ή έκθεσης
-
Βραβείο Νόμπελ Ιατρικής
-
Σύμβολο συν-πλην
-
μετακαρπικό οστό
-
Μετωπιαίο οστό · μετωπιαίο οστό
-
σφηνοειδές οστό
-
ή · είτε · ἤ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη