Μετάφραση του "parent" σε Ελληνικά

Οι συγγενής, οικείος, οικογένεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "parent" σε Ελληνικά.

parent noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Καταλανικά-Ελληνικά λεξικό

  • συγγενής

    noun masculine

    persona amb relació familiar

    Pot ser que el familiar expulsat visqui a la mateixa casa amb els parents més pròxims.

    Σε μερικές περιπτώσεις, ο αποκομμένος συγγενής μπορεί να ζει ακόμη στο ίδιο σπίτι ως μέλος της άμεσης οικογένειας.

  • οικείος

    noun masculine
  • οικογένεια

    noun feminine

    Un parent d’aquesta família era president d’un club social de renom.

    Η οικογένεια που βαφτίστηκε είχε έναν συγγενή ο οποίος ήταν πρόεδρος ενός μεγάλου συλλόγου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " parent " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "parent" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "parent" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη