Μετάφραση του "part" σε Ελληνικά

Οι τοκετός, μέρος, γέννα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "part" σε Ελληνικά.

part adjective noun masculine feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Καταλανικά-Ελληνικά λεξικό

  • τοκετός

    noun masculine

    He sabut que un part prematur era l'única forma d'evitar el trauma.

    Διάβασα πως ο πρόωρος τοκετός ήταν ο μόνος τρόπος να αποφευχθεί και είναι.

  • μέρος

    noun neuter

    Però Jehovà ha tornat a utilitzar «la terra» per engolir part d’aquesta oposició.

    Εντούτοις, ο Ιεχωβά χρησιμοποίησε και πάλι τη «γη», η οποία κατάπιε μέρος αυτής της εναντίωσης.

  • γέννα

    noun feminine

    Igual que les dones obliden el dolor del part.

    Όπως οι γυναίκες ξεχνάνε συνήθως τον πόνο της γέννας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • γέννηση
    • Τοκετός
    • διάδικος
    • κομμάτι
    • μέρος φυτού
    • μισό
    • συμβαλλόμενος
    • συστατικό
    • τμήμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " part " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "part" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "part" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη