Μετάφραση του "pomer" σε Ελληνικά

Οι μηλιά, μηλιά Ευρασίας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pomer" σε Ελληνικά.

pomer noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Καταλανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μηλιά

    noun feminine

    He plantat un pomer al meu jardí.

    Φύτεψα μία μηλιά στον κήπο μου.

  • μηλιά Ευρασίας

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pomer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pomer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη