Μετάφραση του "possessions" σε Ελληνικά
Οι αγαθά, μέσα, περιουσία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "possessions" σε Ελληνικά.
possessions
noun
-
αγαθά
noun -
μέσα
nounHaurem de prendre possessió d'un vehicle.
Πρέπει να βρούμε ένα μεταφορικό μέσο.
-
περιουσία
noun -
υπάρχοντα
nounM'agrada que les meves possessions tinguin caràcter.
Μου αρέσουν τα υπάρχοντα μου να έχουν πνεύμα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " possessions " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "possessions" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Δαιμονοληψία
-
απόκτημα · ιδιοκτησία · κατοχή · κτήμα · κτήση · κυριότητα · περιουσία · περιουσιακό στοιχείο
-
Δαιμονισμός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη