Μετάφραση του "pot" σε Ελληνικά

Οι αγγείο, βάζο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pot" σε Ελληνικά.

pot verb
+ Προσθήκη

Καταλανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγγείο

    noun neuter
  • βάζο

    noun neuter

    d'un pot que havíem explícitament identificat com a

    από ένα βάζο με καραμέλες για τις οποίες υπήρχε σαφής ένδειξη

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pot " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "pot" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Εξουσία · δεξιότητα · δημόσιο αξίωμα · δυναμικότητα · δυνατότητα · δύναμαι · δύναμη · εξουσία · επιρροή · επιτηδειότητα · ικανότητα · ισχύς · κράτος · μπορώ
  • νομοθετικό σώμα
  • μαγική δύναμη · μαγική ικανότητα
  • συγκρίνομαι
  • Διάκριση των εξουσιών
  • Αξία σε μονάδες αγοραστικής δύναμης
  • Αγοραστική δύναμη · αγοραστική δύναμη
  • άνθρωπος που μπορεί να είναι φανταστικός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pot" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη