Μετάφραση του "pou" σε Ελληνικά

Οι πηγάδι, φρέαρ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pou" σε Ελληνικά.

pou noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Καταλανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πηγάδι

    noun neuter

    excavació o estructura per accedir a un dipòsit subterrani, sovint d'aigua

    La gent la va seguir fins al pou i van escoltar el que Jesús ensenyava.

    Εκείνοι την ακολούθησαν στο πηγάδι και άκουσαν τον Ιησού να διδάσκει.

  • φρέαρ

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pou " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "pou" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pou" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη