Μετάφραση του "precedent" σε Ελληνικά

Οι δεδικασμένο, προηγούμενο, προηγούμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "precedent" σε Ελληνικά.

precedent noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Καταλανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δεδικασμένο

    noun neuter

    Hi ha un precedent d'un servei que fa servir tecnologia

    Υπάρχει ένα δεδικασμένο για την υπηρεσία που συνδυάζεται με τεχνολογία

  • προηγούμενο

    noun neuter

    I si ens mantenim junts, trobarem el nostre camí en aquesta època estranya i sense precedents.

    Και αν παραμείνουμε ενωμένοι... θα αντέξουμε αυτή την παράξενη και χωρίς προηγούμενο εποχή.

  • προηγούμενος

    adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " precedent " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "precedent" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη