Μετάφραση του "predicat" σε Ελληνικά

Οι κατηγορούμενο, κατηγόρημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "predicat" σε Ελληνικά.

predicat
+ Προσθήκη

Καταλανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατηγορούμενο

    noun

    επίθετο ή ουσιαστικό, που αποδίδει χαρακτηριστικό στο υποκείμενο μέσω συνδετικού ρήματος

  • κατηγόρημα

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " predicat " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "predicat" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "predicat" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη