Μετάφραση του "rampell" σε Ελληνικά
Οι έκρηξη, ξέσπασμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rampell" σε Ελληνικά.
rampell
-
έκρηξη
noun feminineA més, a diferència de molts humans, Déu no pren decisions mogut per un atac d’ira o perquè li ha agafat un rampell.
Επιπρόσθετα, ο Θεός δεν καθορίζει την πορεία ενέργειάς του βασιζόμενος σε κάποια στιγμιαία έκρηξη οργής, το είδος του συναισθηματικού ξεσπάσματος που εκδηλώνουν πολλοί άνθρωποι.
-
ξέσπασμα
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " rampell " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη