Μετάφραση του "resistent" σε Ελληνικά

Οι ανθεκτικός, αντιστασιακός, ελαστικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "resistent" σε Ελληνικά.

resistent adjective noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Καταλανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανθεκτικός

    adjective masculine
  • αντιστασιακός

    noun masculine
  • ελαστικός

    masculine
  • εύκαμπτος

    masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " resistent " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "resistent" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη