Μετάφραση του "respir" σε Ελληνικά

Οι ανάπαυλα, ανάσα, αναβολή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "respir" σε Ελληνικά.

respir noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Καταλανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανάπαυλα

    noun

    de segur que això ens donarà el respir que necessitem

    είναι βέβαιο ότι θα μας δώσει την ανάπαυλα που χρειαζόμαστε

  • ανάσα

    noun feminine

    Però vaig respirar profundament i em vaig apuntar per tocar, i em vaig sentir prou bé.

    Πήρα όμως μια βαθιά ανάσα, και δήλωσα συμμετοχή για να παίξω, κι ένιωσα αρκετά καλά.

  • αναβολή

    noun feminine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αναπνοή
    • πνοή
    • σταμάτημα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " respir " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "respir" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αναπνέω · αναπνοή · ανασαίνω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "respir" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη