Μετάφραση του "rol" σε Ελληνικά
Οι ρόλος, κοινωνικός ρόλος, λειτούργημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rol" σε Ελληνικά.
rol
noun
masculine
γραμματική
-
ρόλος
noun masculineποιότητα συμμετοχής σε μια σχέση
Aquí tenim una pregunta que tots ens hem de repensar: Quin hauria de ser el rol dels diners i dels mercats a les nostres societats?
Ορίστε ένα ερώτημα που πρέπει να ξανασκεφτούμε μαζί: Ποιος πρέπει να είναι ο ρόλος των χρημάτων και των αγορών στις κοινωνίες μας;
-
κοινωνικός ρόλος
conjunt de comportaments, drets, obligacions, creences i normes que s'esperen d'un individu que té un cert estatus social
-
λειτούργημα
noun neuter
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " rol " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "rol" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Βιντεοπαιχνίδι ρόλων
-
ρόλος του συμμετέχοντα
-
Παιχνίδι ρόλων
-
Μαζικό online βιντεοπαιχνίδι ρόλων πολλαπλών παικτών
-
Βιντεοπαιχνίδι δράσης ρόλων
-
Φυλετικός ρόλος
-
Ερωτικά παιχνίδια ρόλων
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη