Μετάφραση του "rot" σε Ελληνικά

Οι ρέψιμο, ερευγμός, ερυγή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rot" σε Ελληνικά.

rot noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Καταλανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ρέψιμο

    noun neuter
  • ερευγμός

    noun masculine
  • ερυγή

    feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rot " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "rot" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Νίνο Ρότα
  • γυρίζω · κάνω περιστροφή · περιστρέφω · ρεύομαι · στριφογυρίζω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rot" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη