Μετάφραση του "seca" σε Ελληνικά
Οι νομισματοκοπείο, ξηρασία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "seca" σε Ελληνικά.
seca
noun
adjective
feminine
γραμματική
-
νομισματοκοπείο
noun neuter -
ξηρασία
noun feminineA Israel hi havia una estació molt calorosa i seca, i no hi plovia durant uns quants mesos.
Στη γη του Ισραήλ, κατά τη ζεστή εποχή της ξηρασίας μπορεί να μη βρέξει επί αρκετούς μήνες.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " seca " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "seca" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ξερός · ξηρός · στεγνός
-
Ξηροφθαλμία
-
στεγνό καθάρισμα
-
Ξηροί καρποί · αποξηραμένο φρούτο
-
ξερό δαμάσκηνο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη