Μετάφραση του "sot" σε Ελληνικά
Οι βαθούλωμα, κοιλότητα εδάφους, τρύπα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sot" σε Ελληνικά.
sot
noun
masculine
γραμματική
-
βαθούλωμα
noun neuter -
κοιλότητα εδάφους
noun -
τρύπα
noun neuter
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " sot " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "sot" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Υποδεκανέας
-
ισοπεδώνω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη