Μετάφραση του "tocar" σε Ελληνικά

Οι αγγίζω, καλώ, παίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tocar" σε Ελληνικά.

tocar verb γραμματική
+ Προσθήκη

Καταλανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγγίζω

    verb

    Se'm considerava impura i se'm prohibia adorar o tocar qualsevol objecte amb importància religiosa.

    Θεωρούμουν μολυσμένη και μου απαγορευόταν να λατρεύω ή να αγγίζω τα θρησκευτικά αντικείμενα.

  • καλώ

    verb

    Quan aquests toquen tan sols la vora del vestit de Jesús, es curen del tot.

    Όταν αυτοί αγγίζουν τα κρόσσια και μόνο από το εξωτερικό ρούχο του Ιησού, γίνονται τελείως καλά.

  • παίζω

    verb

    Ets part d'una banda, toques música, igual el estèreo.

    Είστε σε μπάντα, παίζετε μουσική το ίδιο και το στερεοφωνικό.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τηλεφωνώ
    • ακουμπώ
    • αντηχώ
    • αντιλαλώ
    • εγγίζω
    • εκτείνομαι
    • ηχώ
    • θίγω
    • κορνάρω
    • κουδουνίζω
    • υπαινίσσομαι
    • χτυπώ καμπάνα
    • ψαύω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tocar " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "tocar"

Φράσεις παρόμοιες με "tocar" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • γειτονεύω
  • λυδία λίθος · μέτρο σύγκρισης
  • toc
    Δόνηση · επαφή · πρόσκρουση
  • απαγόρευση κυκλοφορίας · διορία
  • χτύπα ξύλο
  • εκτείνομαι
  • άει χάσου · διαφεύγω · δραπετεύω · πετώ · το σκάω · χάσου
  • χτυπώ πένθιμα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tocar" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη