Μετάφραση του "tossal" σε Ελληνικά

Το λόφος είναι η μετάφραση του "tossal" σε Ελληνικά.

tossal noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Καταλανικά-Ελληνικά λεξικό

  • λόφος

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tossal " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tossal" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη