Μετάφραση του "tren" σε Ελληνικά

Οι τρένο, αμαξοστοιχία, τραίνο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tren" σε Ελληνικά.

tren noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Καταλανικά-Ελληνικά λεξικό

  • τρένο

    noun neuter

    Ομάδα συνδεδεμένων βαγονιών, που σύρεται ή σπρώχνεται από μια μηχανή.

    Algun dia us faran arribar el tren fins aquí.

    Ξέρω ότι και το τρένο θα περάσει από εδώ όπου να'ναι.

  • αμαξοστοιχία

    noun neuter

    Ομάδα συνδεδεμένων βαγονιών, που σύρεται ή σπρώχνεται από μια μηχανή.

  • τραίνο

    noun

    No fem res fins que sigui al tren.

    Δεν πρέπει να κάνουμε τίποτα, μέχρι το τραίνο της να φύγει.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συρμός
    • σιδηρόδρομος
    • Τρένο
    • σίδηρόδρομος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tren " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "tren"

Φράσεις παρόμοιες με "tren" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tren" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη