Μετάφραση του "tret" σε Ελληνικά
Οι ιδιότητα, πυροβολισμός, ριξιά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tret" σε Ελληνικά.
tret
noun
verb
masculine
γραμματική
-
ιδιότητα
noun feminineLamentablement, aquest és un tret que escasseja entre els humans imperfectes.
Δυστυχώς αυτή η ιδιότητα λείπει από τους ατελείς ανθρώπους.
-
πυροβολισμός
noun masculineEl primer tret va sonar com un petard.
O πρώτος πυροβολισμός ακούστηκε σαv πυροτέχvημα.
-
ριξιά
noun
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- χαρακτηριστικό
- χαρακτηριστικό γνώρισμα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " tret " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "tret" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ψυχολογική κατάσταση
-
αποτελειώνω · εκτελώ · σκοτώνω · φονεύω
-
αποσύρω · καταλαμβάνω
-
Χαρακτηριστικό προσώπου
-
εκτός αν · παρά μόνο αν
-
απομακρύνω · αποσύρω · αφήνω · αφαιρώ · βγάζω · βλασταίνω · διώχνω · εγκαταλείπω · καθαρίζω · καταλαμβάνω · ξεσκονίζω · ξεφλουδίζω · ξεφορτώνομαι · παίρνω · παράγω · σκουπίζω · τραβώ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη