Μετάφραση του "tron" σε Ελληνικά

Το θρόνος είναι η μετάφραση του "tron" σε Ελληνικά.

tron noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Καταλανικά-Ελληνικά λεξικό

  • θρόνος

    noun masculine

    Ester va entrar al pati, des d’on va veure el rei assegut al tron.

    Μπήκε στην αυλή, όπου μπορούσε να δει τον Ασσουήρη στο θρόνο του.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tron " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "tron"

Φράσεις παρόμοιες με "tron" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • βροντώ · μπουμπουνίζω
  • άμβωνας · ημίψηλο
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tron" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη