Μετάφραση του "tros" σε Ελληνικά

Οι κομμάτι, μικρή απροσδιόριστη ποσότητα, μοιρασιά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tros" σε Ελληνικά.

tros noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Καταλανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κομμάτι

    noun neuter

    Igual traiem menys diners, però ens quedem un tros més gran del pastís.

    Μπορεί να καθαρίσαμε λιγότερα λεφτά, αλλά πήραμε μεγαλύτερο κομμάτι της πίτας.

  • μικρή απροσδιόριστη ποσότητα

    noun
  • μοιρασιά

    noun
  • όγκος

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tros " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "tros" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tros" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη