Μετάφραση του "vegetal" σε Ελληνικά
Οι φυτό, φυτο- είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vegetal" σε Ελληνικά.
vegetal
adjective
masculine
γραμματική
-
φυτό
noun neuterSembla molt més interessant com a ésser humà que com a vegetal.
Φαίνεσαι πολύ πιο ενδιαφέρον, σαν μία ανθρώπινη ύπαρξη, παρά σαν ένα φυτό.
-
φυτο-
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " vegetal " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "vegetal" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Φυσιολογία φυτών · φυσιολογία φυτών
-
φυτικό έλαιο · φυτικό λάδι
-
αρρώστια φυτών
-
Αγωγός ιστός · φυτικό πλέγμα
-
φυτικό υλικό
-
όργανο φυτού
-
Διαπνοή · διαπνοή
-
ξυλάνθρακας · ξυλοκάρβουνο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη