Μετάφραση του "etanol" σε Ελληνικά

Οι αιθανόλη, οινόπνευμα, αιθυλική αλκοόλη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "etanol" σε Ελληνικά.

etanol noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Τσεχικά-Ελληνικά λεξικό

  • αιθανόλη

    noun feminine

    alkohol se dvěma atomy uhlíku

    Když etanol začneš zahřívat, vypaří se při dosažení bodu varu.

    Όταν το ζεσταίνεις, η αιθανόλη εξατμίζεται όταν φτάσει στο σημείο βρασμού.

  • οινόπνευμα

    noun neuter
  • αιθυλική αλκοόλη

    noun feminine

    Etanol a jiné destiláty, denaturované, o jakémkoliv obsahu alkoholu

    Μετουσιωμένη αιθυλική αλκοόλη και άλλα μετουσιωμένα αποστάγματα, οποιουδήποτε τίτλου

  • αλκοόλη αιθυλική

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " etanol " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "etanol" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη